Thursday, July 05, 2007

Τα κρινάκια της νάμμου

Ο Νίκος είναι παιδικός φίλος. Μεγαλύτερος λίγα χρόνια, αλλά παιδικός. Έτσι μπορεί να θυμάται πολύ καλύτερα από μένα και να αφιερώνει στα κρινάκια της άμμου ένα κείμενο σαν εκείνα που τον κράτησαν (σαν όπως άλλοτε τον Παύλο Παλαιολόγο του Βήματος) στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας "Η Μυκονιάτικη" επί δεκατρία χρόνια. Ο Νίκος Κουσαθανάς, ο χρονογράφος της "Μ" ξαναχτύπησε, κι αυτή τη φορά ισορροπεί για μια ακόμα φορά στην ακμή του ξυραφιού που χωρίζει το σήμερα από το βαθύ χτες.

Το εξαιρετικό δέκατο τεύχος του περιοδικού "(δε)κατα", όπου γράφουμε εκείνος, εγώ, ο σ. Λεον Τρότσκι κι άλλοι ήσσονος σημασίας (χα!) γραφιάδες, κυκλοφορεί, πολυσέλιδο, χορταστικό, καλοκαιρινό αφιερωμένο στο διήγημα και στη Μύκονο.
Τέτοια πράγματα. Τα είπαμε και προ ημερών...
Πάμε Νίκο λοιπόν. Τον αθεράπευτα ρομαντικό φαρμακοποιό που διημερεύει χειμώνα καλοκαίρι στην οδό Μητροπόλεως, "στο σπίτι" της Μέλπως Αξιώτη... στη Μύκονο βέβαια:

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ
Τα κρινάκια της νάμμου

Τώρα τελευταία αγαπάω να παίρνω το δρόμο πίσω από το γηπεδάκι του Κόρφου. Όσο προλαβαίνω ακόμα, γιατί και αυτό πιάσαν και το ασφαλτοστρώνουνε.
Διαστροφή κι αυτή! Να οδηγώ ένα μηχανάκι σ’ ένα χωματόδρομο ανώμαλο, πάντα με τον φόβο να πέσω, ίσα ίσα μήπως και καταφέρω απέναντι από την ψηλή μάντρα του γηπέδου, να βρω κανένα κρινάκι της νάμμου.
Αν το βρω, θα κατεβώ, θα πάω κοντά ευλαβικά, θα το μυρίσω-θάθελα να το προσκυνήσω-θα σταθώ για λίγο σα να κρατώ ενός λεπτού σιγή για όλη τη συνομοταξία του που θάφτηκε κάτω από τον πλαστικό χλοοτάπητα του γηπέδου, το τσιμέντο και τώρα τελευταία την άσφαλτο∙ μετά πικραμένος θα ξανανεβώ να φύγω. Κι εκείνη η μυρωδιά από εκείνο το ταπεινό λουλούδι σαν προυστικό «μαντλέν» θα αρχίσει να λειτουργεί σβήνοντας ό,τι βλέπω, ό,τι ακούω και ό,τι αισθάνομαι και θ’αρχίσει να μου παρουσιάζει, όλα τούτα τα θαμμένα στα βάθη τίνος ασυνείδητου ή συνειδητού, ποιός ξέρει!
Να θυμάμαι τούτο το γήπεδο με θίνες άμμου και τα κρινάκια βασιλιάδες, μιάς ακτής απέραντης, που θ’ανεβαίναμε σ’εκείνους τους αμμόλοφους, θα τα κόβαμε και θα τα προσφέραμε στην παιδικότητα μας και στην αφέλειά μας, που φύγανε για πάντα.
Αριστερά, το σπίτι της θάλασσας και η θεία η Μαριώ του Κόρφου, όπως τη λέγαμε για να την ξεχωρίζουμε από την άλλη του Πιάτ’ Γιαλού. Θά’χε, λοιπόν, εκείνη ένα χαμόγελο, σαν την ακτή και μιά φωνή, που τράβαγε το τελευταίο φωνήεν μέχρι να κάνει τη λέξη τραγούδι.
Και ήταν ένα σπίτι το «χωριό» της, η αυλή των θαυμάτων...με βαμμένα θαλασσιά τα ντουλαπάκια της, φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες, ναύτες μέσα σε καρδιές και γάμοι και ζωές ανθρώπων παγιδευμένες στο χαρτί. Η στάμνα της, μ’ένα σφουγγάρι για πώμα στη σταμνοθήκη, ένας θύσανος με μιά τσατσάρα καρφωμένη, το καθρεφτάκι το σπασμένο στην άκρη. Ξυπνητούρι δεν ήθελε, τί να το κάμει, είχε τον πετεινό άλλωστε∙ στη γωνιά, ο μαγικός μα(γ)ερειός με τα φρύανα και τα μαυρισμένα τσουκάλια.
Μας έβραζε γάλα και μας τό’βαζε μ’ αλάτι-δε μας άρεσε-αλλά κι αυτή η καταπιεσμένη κατάποση, τώρα όσο τη θυμάμαι με κάνει να κλαίω με κοντά μισόν αιώνα καθυστέρηση.
Ο μπάρμπας ο Γιώρης, ο άντρας της, θα κατέβαινε από το μουλάρι, θά’χε ένα καλαθάκι φτιαγμένο προσεκτικά∙ τα σταφύλια από κάτω, τα σύκα από πάνω, τα συκόφυλλα για καπάκι και λίγα καλαμάκια βαλμένα σταυρωτά για να κρατούνε τα συκόφυλλα μη τα πάρει ο αέρας κατά τη μετακίνηση.
Θά’μπαινε δειλά δειλά στο σπίτι του, αλλά και περήφανα όπως μπαίνουνε σήμερα οι επαρχιώτες στο «Ελ.Βενιζέλος». Θα μας έβλεπε με χαρά σαν πρωτευουσιανοφερμένους μουσαφίρηδες και θά’λεγε με στόμφο:
-Βρε, τι έχουμε’ δω!!
Ύστερα απ’όλα κείνα τα πρώτα, περί υγείας περί σχολειών και λοιπόν βαρετών, θά’μπαινε στο θέμα: Πώς η μάνα του φύτεψε μιά λεμονιά, όντως έφυγε φαντάρος κι όταν γύρισε απολυμένος, έπαιρνε πράμα λεμόνια για την κακαβιά της. Θα μας έλεγε για τη δεύτερη σέλα στον πισινό του... τόσα χρόνια στο ιππικό και πώς βρέθηκε σταλμένος στην Κριμαία να καταστείλει το «Μπολσεβίκικο». Και όταν τους μαντρώσανε και φωνάζανε οι άλλοι «Ρεπούμπλικα, ρεπούμπλικα», δεν καταλαβαίνανε γρι και βγάζανε τα καπέλα τους και τα πετούσανε στον αέρα. Πώς φτάσανε μέχρι το Εσκί Σεχίρ, και πώς ο Κωνσταντίνος έγινε κουμπάρος τους, γιατί του βαφτίσανε το παιδί.
Γινότανε το «χωριό» τεράστιο, γινότανε στρατόπεδο και μετά το παλάτι του Κωνσταντίνου, με τους φαντάρους στη σειρά να λένε το «Μπιστεύω» και να του βαφτίζουνε το παιδί σε μιά τεράστια κολυμπίθρα.
Μετά κολυμπούσαμε, κολυμπούσαμε σ’εκείνη τη μεγάλη θάλασσα και όσο μπορούσαμε απομακρυνόμαστε, όσο που να βλέπουμε τη θεία τη Μαριώ του Κόρφου, μιά σταλιά ν’ αγναντεύει ανήσυχη απ’τό βορνό παραθύρι και τον μπάρμπα να πολεμάει να ξεσαλώσει το μουλάρι του. Και όταν βγαίναμε, γινόμαστε ένα μ’εκείνη τη νάμμο, μέχρι που οι κόκκοι της άμμου νάρθουνε «ρινίσματα χρυσού», να στέξουν στο κοχύλι του αυτιού μας και στον ρινοδακρυϊκό μας πόρο. Μόνο η μύτη μας έπρεπε νά’ναι ελεύθερη, έτσι για να μυρίζουμε τα κρινάκια, που κ’ εκείνα δίπλα μας παίζανε με τις καράβες μας και τα φλασκιά που χρησιμοποιούσαμε για αυτοσχέδια σωσίβια.
Περάσαν τα χρόνια κ’ εμείς μπήκαμε στην εφηβεία με ζόρι, αφήκαμε μαλλιά μακριά, φορέσαμε καμπάνες και στον Κόρφο έγινε το πρώτο ελικοδρόμιο της Μυκόνου, με αερολιμενάρχη και τον Νικόλα φύλακα, που επειδή δεν είχανε σκύλο το βράδι, έκανε και χρέη σκύλου, γουγιάζοντας ολονυκτίς και ανησυχώντας τον μπάρμπα, τη θειά και τα κρινάκια.
Α! Τα κρινάκια πλακωμένα από το πρώτο τσιμέντο, σαν τους Τιτάνες και τους Γίγαντες κάτω από τους βράχους αυτού του ίδιου του νησιού.
Μετά έγινε το γήπεδο, κι αυτό εκεί αποφασίστηκε να γίνει - ο τοίχος του Βερολίνου- κ’ ύστερα ο τουρισμός.
Πόσο τον αγαπήσαμε και πόσο τον μισήσαμε, ούτε να το σκεφτούμε δεν μπορούμε, λες και πρόκειται για βλασφήμια.
Οι ανάγκες, η αφαλάτωση, οι δρόμοι, όλα στον Κόρφο, και η θεία η Μαριώ που πήγε γι’αλλού να πήζει ξινότυρα και να μετρά πόσες καθαρές πετσέτες χρειαζόνται ν’αλλάζουνε για να γίνει καλή η κοπανιστή. Μετά ο μπάρμπας ξεκίνησε κ’εκείνος πάντα με την απορία, τί ήταν εκείνη η «Ρεπούμπλικα» και αφού ήταν αιχμάλωτοι, πώς τους αφήκανε οπλισμένους οι Μπολσεβίκοι.
Όσο για τα κρινάκια, ένα ακόμα θύμα της προβέζας του τουρισμού, σιγά σιγά χανόντανε, δίνοντας τη θέση τους στο τσιμέντο, στην άσφαλτο και στην απληστία μας.
Τώρα...Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί μου αρέσει τόσο, να παίρνω εκείνο το δρομάκι πίσω από την μάντρα του γηπέδου με κίνδυνο να πέσω.

Μύκονος 14/5/2007

Νίκος Γ. Κουσαθανάς

Labels:

15 Comments:

Blogger Axtapos said...

Όσο ήμασταν νέοι λέαμε στους μεγαλύτερους που όλο και μια παλιά, περασμένη ιστορία μα (ξανα)έλεγαν, φρέσκα κουλούρια..μπάρμπα!!

Τώρα τα ..λουζόμαστε! Όπου κι'αν πάμε, δόστου ξεπηδάνε εικόνες από το παρελθόν, αναμνήσεις πολύχρωμες, πρόσωπα που δεν λένε να μας αφήσουν στο σήμερά μας..
Τα κρινάκια του κόρφου απλώς είναι άλλη μια αιτία να πάει ο Νίκος πίσω, να γευτεί της θειάς του το κέρασμα και του μπάρμπα τις ιστορίες..
Γιατί κρινάκια δεν είχε μόνο ο κόρφος. Ακόμα κουβαλώ τον Σεπτέμβρη ντελικάτα κρινάκια από την νάμμο του Πανόρμου και μοσχοβολά η βεράντα..Μόνο που εγώ φυλώ αλιώτικες εικόνες από κει!!!
Και που βρίσκουμε αγαπητέ τα (δε)κατα;

July 05, 2007 11:29 AM  
Blogger dimitris-r said...

Εσείς προσωπικά στο πρακτορείο εφημερίδων του νησιού σας.
Οι υπόλοιποι στα ...ενημερωμένα περίπτερα και στα κεντρικά βιβλιοπωλεία. Σίγουρα Παπασωτηρίου και μάλλον Ιανός, Ελευθερουδάκης κλπ...

Α, και μη μαρτυράς που έχει σήμερα κρινάκια. Λίγα μείνανε...

July 05, 2007 12:04 PM  
Blogger Ο σκύλος της Βάλια Κάλντα said...

Κουσαθανάς, ε; Χμμμμμ....
Δεν με λέτε μια κα Κουσαθανά, που είχε γράψει ένα ωραίο βιβλίο για τον Γιώρη από τη Μύκονο, έναν αντάρτη που τον έφαγε το χώμα, τι την έχει;

July 05, 2007 5:15 PM  
Blogger dimitris-r said...

Μα όλους τους αντάρτες το χώμα τους τρώει, ω σκύλε!
Μακρινή ξαδέλφη!

July 05, 2007 5:30 PM  
Blogger Composition Doll said...

Κουσαθανάς, ε; Χμμμμμ....
Δεν με λέτε έναν Παναγιώτη Κουσαθανά, που έχει γράψει ένα ωραίο βιβλίο με διηγήματα,με τίτλο "Μικρό τρίπτυχο του νόστου", τι τον έχει;

July 05, 2007 5:56 PM  
Blogger Composition Doll said...

Και μη μου πείτε, μακρινό ξάδελφο! :p

July 05, 2007 5:57 PM  
Blogger witch of daffodils said...

ωραία που είναι, να μυρίζουν οι αναμνήσεις σου σαν τα κρινάκια της άμμου..

July 05, 2007 6:27 PM  
Blogger fevis said...

Τι ωραία!!! Δεν είσαι ένας... Είσαστε πολλοί!!!!

July 05, 2007 8:13 PM  
Blogger Λουΐζα Κορνάρου said...

πως μ' αρέσει αυτός ο ευαίσθητος φαρμακοποιός! Με τρία μαθήματα ισπανικών και διάβαζε Λόρκα στο πρωτότυπο ξάπλα στον πάγκο του φαρμακείου. Τώρα με Τροτσκυ, Ναμπόκοφ και Ρουσουνέλο στην ίδια γειτονιά, να δούμε τι έχουμε ν' απολαυσουμε...:-))

@cd: κι όμως! το πετύχατε!

July 05, 2007 8:58 PM  
Anonymous ΚΚΜ said...

Του Τρότσκι το κείμενο είναι επίκαιρο;
Γιατί τα μαζεύω ξέρετε...

July 06, 2007 10:11 AM  
Blogger dimitris-r said...

@composition doll
Ο Κουσαθανάς, ο Παναγιώτης, πολυγραφότατος, όχι ένα αλλά γύρω στα εικοσιπέντε τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί -το ένα καλύτερο από το άλλο- είναι κλασσική περίπτωση συγγραφέα εκτός κυκλωμάτων (του Κέντρου). Αυτό σημαίνει πως αν κυκλοφορούσε στα γνωστά λογοτεχνικά καφέ θα είχαμε ήδη μια γνωστή αξία πλην όμως εκείνος τραβηγμένος στο όμορφο σπίτι του στη Λαγκάδα (βρε για δες στο Mykonos Confidential που κυκλοφορεί), απλά επιμένει ήρεμος και απερίσπαστος στο έργο του.
Περιμένω από βδομάδα σε βδομάδα το καινούργιο του βιβλίο μια καταγραφή των παραμυθιών της Μυκόνου (του Ρουσέλ) για τα οποία έχουμε όμορφες ιστορίες να διηγηθούμε στο μέλλον, που φτάνουν μέχρι στο εδώλιο της αίθουσας ...Καΐρη των Δικαστηρίων της Ερμούπολης.
Υπομονή!

@witch of daffodils.
Για να το λέτε εσείς κάτι θα ξέρετε!
Άντε κι ένα κρινάκι σας οφείλω.
Μαζέψτε τις υποσχέσεις μου γιατί ξεχνάω!

@καλή μου fevis.
Οι καλοί είναι ακόμα εκεί έξω. Δεν είναι μπλόγκερς

@Λουΐζα.
Το έχω δει με τ' αυτιά μου αυτό που περιγράφετε.
Αλλά ήταν για να ζαλίζουμε τα κοριτσάκια.
Προφανώς γι αυτό και το θυμάστε!
:-)

@κκμ.
Πιο επίκαιρο παρά ποτέ!
Αναφέρεται στον Χίτλερ.

July 06, 2007 10:34 AM  
Blogger asteroid said...

Όχι, Δημήτρη, θα διαφωνήσω... Υπάρχουν ΚΑΙ καλοί bloggers, που πρώτα ζουν λίγο ή πολύ - όσο, τέλος πάντων μπορούν - εκεί έξω κι αποθησαυρίζουν - πάλι όσι κι όπως μπορούν - το βίωμα για τον εαυτό τους αρχικά και για να το μοιρασθούν, στην συνέχεια, και να γίνει έτσι πιο ακριβό, πιο πολύτιμο...
Υπέροχη, μέσα στην απλότητα των εικόνων, των μυρωδιών, των γεύσεων, η αφήγηση, που αναδημοσιεύεις!
Και σαν αυτή - αντίστοιχα γνήσια και πολύτιμα - είναι και πολλά blogs, που διασώζουν ψήγματα ζωής παλιάς και ζωής σύγχρονης, είτε στην Μύκονο είτε αλλού. Ο καθείς ό,τι μπορεί κι όπως μπορεί - αρκεί μονάχα νάχει ζήσει συνειδητά και να θέλει να μοιρασθεί από δω ό,τι έχει ζήσει.
:-)

July 06, 2007 11:12 AM  
Anonymous Symeon said...

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ,
ΕΠΙΑΣΑΝ ΟΙ ΖΕΣΤΕΣ ΚΑΙ ΜΕ ΒΑΡΕΣΑΙ Ο ΗΛΙΟΣ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.
ΣΤΕΙΛΕ ΛΙΓΟ ΑΕΡΑ ΜΥΚΟΝΙΑΤΙΚΟ, ΚΙ ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΚΑΡΦΩΣΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΥΚΑΝΙΚΟ ΕΠΑΝΩ!
ΕΣΤΩ ΜΙΑΝ ΛΟΥΤΖΑ, ΤΟ ΚΑΤΙ ΤΙΣ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ!
ΦΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ!

July 06, 2007 5:26 PM  
Blogger dimitris-r said...

@Asteroid.
Συνηθίζω να μετράω τις κουβέντες μου.
Α, κι έχω καλο-ξυσμένο το καλάμι μου πλην όμως θηκωμένο στην αποθήκη.
Σε πρώτη ζήτηση που λένε... έχω και καλάμι... πάμε μια βόλτα.
Επιμένω!

@symeon
Μόλις μάθεις να προφέρεις καλά τα εδέσματα μπορεί και να λάβεις (αν και παρά του μη έχοντος).

July 06, 2007 6:29 PM  
Anonymous Symeon said...

ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΚΟΥΜΠΑΡΕ, ΤΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΕΙ Η ΠΡΟΦΟΡΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΦΟΡΑ!
ΕΣΥ ΤΟ ΛΕΣ ΑΥΤΟ?

July 06, 2007 7:50 PM  

Post a Comment

<< Home